Ψυχολογία

Show_190
Ψυχολογία

Τα Αίτια της Αϋπνίας

της Νάντιας Γιαννούλη

Μερικές νύχτες, είτε επειδή μας απασχολεί κάτι έντονα είτε χωρίς εμφανή λόγο, δυσκολευόμαστε να κοιμηθούμε, ή χάνουμε εντελώς τον ύπνο μας. Ωστόσο, με την πάροδο λίγων ημερών, το πρόβλημα ξεπερνιέται και ο ύπνος μας βελτιώνεται. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις, κατά τις οποίες το φαινόμενο επιμένει και η αϋπνία μετατρέπεται σε ...καθημερινό εφιάλτη!


Υπολογίζεται πως 1 στους 3 ενήλικες, κάποια στιγμή στη ζωή του, θα εμφανίσει αϋπνία. Πρόκειται, λοιπόν, για μια συνηθισμένη κατάσταση, η οποία π.χ. συναντάται στο 27% των ατόμων τα οποία  επισκέπτονται τον παθολόγο. Από αυτούς, το 15% αναφέρει πως δυσκολεύεται να διατηρήσει τον ύπνο του, το 10% αναφέρει πρώιμη αφύπνιση, το 16% παρουσιάζει αϋπνία τύπου επελεύσεως (αργεί να το πάρει ο ύπνος), ενώ το 15% παραπονιέται πως ο ύπνος του δεν τον ξεκουράζει επαρκώς.


Ο κακής ποιότητας ύπνος, αυτός δηλαδή που δεν αποκαθιστά τις φθορές της ημέρας, αποτελεί πολύ σημαντικότερο κριτήριο αϋπνίας, σε σχέση π.χ. με τη διάρκεια του ύπνου ή τη δυσκολία να κοιμηθεί κάποιος. Άλλωστε, οι ανάγκες για ύπνο ποικίλουν από άνθρωπο σε άνθρωπο. Αν κάποιος κοιμάται πέντε ώρες καθημερινά και την επόμενη ημέρα είναι ξεκούραστος και λειτουργικός, τότε δεν θεωρείται αϋπνικός απλώς επειδή πιστεύει ότι θα έπρεπε να κοιμάται περισσότερες ώρες. Αντίθετα, από αϋπνία πάσχει το άτομο που, αν και κοιμάται αρκετές ώρες, εξακολουθεί να νοιώθει κόπωση, καθώς ο ύπνος του στερείται ποιότητας.


Αϋπνία μπορεί να εμφανίσει οποιοδήποτε άτομο, ανεξαρτήτως ηλικίας. Ωστόσο, οι ηλικιωμένοι και οι γυναίκες έχουν αυξημένες πιθανότητες. Έχει παρατηρηθεί πως η αϋπνία πλήττει σχεδόν το 50% του πληθυσμού ηλικίας άνω των 65 ετών, ενώ οι γυναίκες εμφανίζουν 1,5 φορές περισσότερες πιθανότητες, αναλογικά με τους άνδρες, να παρουσιάσουν προβλήματα ύπνου.


Αίτια

Ανάλογα με την αιτιολογία της, η αϋπνία ταξινομείται σε πρωτοπαθή και δευτεροπαθή.

Στην πρώτη περίπτωση, αποτελεί από μόνη της νόσο, καθώς δεν οφείλεται σε κάποια σωματική ή πνευματική πάθηση, ούτε σε κάποιο περιβαλλοντικό αίτιο. Στη δεύτερη περίπτωση, το φαινόμενο αποτελεί συνέπεια μιας προϋπάρχουσας σωματικής (αρθρίτιδα, καρδιακή ανεπάρκεια, άσθμα, υπερθυρεοειδισμός κ.ά.) ή ψυχικής πάθησης (π.χ. κατάθλιψη).

Πολλές φορές, ορισμένες  καθημερινές συνήθειες (κατάχρηση καφεΐνης, αλκοόλ ή άλλων ουσιών, κάπνισμα πριν τον ύπνο κ.ά.) μπορεί να προκαλέσουν ή και να επιτείνουν την αϋπνία.

Παροδική ή και επαναλαμβανόμενη αϋπνία μπορεί να εμφανιστούν επίσης εξαιτίας αλλαγών στο περιβάλλον (αλλαγή εργασίας, σπιτιού, γειτονιάς ή πόλης), υψηλές θερμοκρασίες, ηχορύπανση, στρες κ.ο.κ.

Οι συνέπειες της αϋπνίας μπορεί να είναι από απλώς ενοχλητικές, έως και επικίνδυνες. Κατά τη διάρκεια της επόμενης ημέρας το άτομο μπορεί να παρουσιάσει υπνηλία, κόπωση, εκνευρισμό, μειωμένη παραγωγικότητα, πονοκέφαλο, δυσκολία στη μνήμη, μειωμένη αντοχή στο στρες και κακή διάθεση. Συχνά, λοιπόν, η έλλειψη ύπνου υποβαθμίζει την ποιότητα της ζωής, έχοντας παράλληλα κοινωνικο-οικονομικές προεκτάσεις, καθώς σχετίζεται με ψυχιατρικές διαταραχές, μειωμένη παραγωγικότητα, υπερβολική χρήση υγειονομικών πόρων, καθώς και με την αύξηση των τροχαίων (2 με 3 φορές περισσότερα) και των εργατικών ατυχημάτων (1,5 φορά περισσότερα σε σχέση με το γενικό πληθυσμό).